ΕΝΑΣ ΑΥΣΤΡΑΛΟΣ ΒΟΥΔΙΣΤΗΣ ΒΑΠΤΙΖΕΤΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ

post-13653-Australia-beach-HZnq

http://australiastpaisiosofmyheart.wordpress.com

http://mayotteofmyheart.wordpress.com

AUSTRALIA & ST PAISIOS OF MY HEART

MAYOTTE OF MY HEART

Γερόντισσα Γαβριηλία: Μοναχή ιεραπόστολος Αγγλίας, ΗΠΑ, Καναδά, Παλαιστίνης και Ινδίας, από Ελλάδα (+28/3/1992)

Γράφει στό βιβλίο μέ τή βιογραφία της: «Μιά φορά, στήν Ἰνδία, ἦταν ἕνας πολύ μεγάλος “Δάσκαλος”, ἀπ᾽ αὐτούς πού λένε guru (Ἐγώ τότε ἐργαζόμουν στό μικρό Νοσοκομεῖο πού ἀνῆκε στό Αshram του (: τή Μονή του)). Μιά μέρα λοιπόν, ἦρθε ἕνα νέος 26 χρονῶν ἀπό τήν Αὐστραλία, πολύ χαριτωμένος, φέρνοντας μαζί του ἕνα μεγάλο κιβώτιο. Παρουσιάσθηκε ἐκεῖ πού ἦταν ὁ μεγάλος αὐτός Δάσκαλος καί εἶχε γύρω του κόσμο πού τόν ἄκουγε νά μιλᾶ… Ὅταν μπῆκε αὐτός ὁ νέος, ἦταν κατακόκκινος ἀπό τή χαρά καί τή συγκίνησί του. Κοίταζε τό Δάσκαλο, ὅπως κοιτάζουμε, τί νά σᾶς πῶ, μιάν εἰκόνα Ἁγίου! Ἀφοῦ λοιπόν ὁ “Δάσκαλος” τόν κοίταξε καλά-καλά, τοῦ λέει: “Ὥστε ἐσύ εἶσαι πού ἦρθες ἀπό τήν Αὐστραλία; Τί μᾶς ἔφερες;”. Αὐτός ὁ καημένος ἀπό τή συγκίνησί του δέν μποροῦσε νά μιλήση. Κι ὁ ἄλλος νά ἐπιμένη: “Μᾶς ἔφερες μπανάνες; Μᾶς ἔφερες φροῦτα; Μᾶς ἔφερες γλυκά; Τί μᾶς ἔφερες;”… Ἀρχίζει τό δύστυχο τό παιδί νά ἀνοίγη τό κιβώτιο. Καί βγάζει χαρτιά, καί δεύτερα χαρτιά, καί τρίτα χαρτιά… “Ἐ, δεῖξε μας πιά τί θά μᾶς χαρίσης;”. Στό τέλος ἔβγαλε ταινίες καί τό μαγνητόφωνο πού εἶχε φέρει γιά νά ἠχογραφήση τή φωνή τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Δασκάλου! “Μπά!… Αὐτά εἶναι ὅλα; Τίποτε ἄλλο δέν ἔφερες;… Πηγαίνετε νά τοῦ δείξετε τό δωμάτιό του!”.

Πάει ὁ καημένος στό δωμάτιό του, καί κάθεται καί κλειδώνεται καί δέν ἤθελε πιά νά βγῆ ἔξω καθόλου. Ἔπαθε σόκ! Περίμενε νά δῆ ἕνα ἄνθρωπο πού τόν εἶχε σχεδόν θεοποιήσει καί τόν βλέπει τώρα νά περιμένη μπανάνες καί φροῦτα σάν κοινός θνητός, καί στό τέλος νά τοῦ λέη καί νά πάη στό δωμάτιό του, μιά καί δέν ἔφερε τίποτε… Ἐνῶ ὁ δύστυχος εἶχε ἔρθει γιά νά ἀπαθανατίση τή φωνή τοῦ guru καί νά τή στείλη πίσω στήν Αὐστραλία (… κι ὅλοι νά θαυμάσουν τό κατόρθωμά του, γιατί βέβαια, μέσα σ᾽ ὅλα αὐτά ὑπῆρχε λιγάκι τό Ἐγώ)… Τό παιδί, ὅπως καταλαβαίνετε, ἔπαθε πραγματικό σόκ. Τήν ἄλλη μέρα προσπάθησαν νά τόν βγάλουν ἀπό τό δωμάτιό του, νά πάη νά ἀκούση τίς διδαχές, ἀλλ᾽ αὐτός δέν ἤθελε».

«Μιά φορά μοῦ λέει: “Ἐσύ μοῦ λές ὅτι ὅταν θέλη ὁ Θεός κάτι, γίνεται, κι ὅτι ὅταν ἀφήσης τόν ἑαυτό σου ἐλεύθερα στά χέρια τοῦ Θεοῦ, σοῦ τό κάνει, κι ὅτι ὁ μόνος τρόπος νά φθάσης στό Θεό εἶναι μέσῳ τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος σέ παίρνει ἀπό τό χέρι καί σέ διαπαιδαγωγεῖ καί σέ πάει ἐκεῖ ὅπου πρέπει, φθάνει νά ἀφεθῆς”. “Ναί” τοῦ λέω “φθάνει ὅμως νά ἀφεθῆς πραγματικά”! Κάποια ἄλλη μέρα μοῦ λέει: “Ἐσύ λές ὅτι πρέπει νά ἀφεθοῦμε τελείως στό χέρι τοῦ Θεοῦ, κι ὅτι τότε… ῾Ὡραῖα! Ἄς πᾶμε λοιπόν οἱ δύο μας, χωρίς χρήματα, σ᾽ ἕνα βουνό, σ᾽ ἕνα ἄγνωστο μέρος, νά δοῦμε… Θά βροῦμε τροφή καί κατοικία, ὅπως μοῦ λές;”.  “Καί βέβαια θά βροῦμε! Ρωτᾶς;”. “Ὥστε εἶσαι βεβαία;”. “Εἶμαι βεβαία”. “Ἄν τό δῶ αὐτό, θά πιστέψω στό Χριστό καί θά παρατήσω ὅλους τούς Δασκάλους καί ὅλους τούς guru”. Ὅμως παιδιά μου, στήν Ἁγία Γραφή λέει: μήν ἐκπειράσης Κύριον τόν Θεόν σου, καί: μή ζητᾶς σημεῖο. Ἀλλά ἐγώ τότε, εἶχα μιά τέτοια λαχτάρα καί βεβαιότητα ὅτι αὐτό τό παιδί πρέπει νά μή χάση τό Χριστό του, ἀφοῦ γεννήθηκε σέ χριστιανική χώρα. Τί θά μποροῦσε νά γίνη τώρα; Ὁπότε τοῦ λέω: “Ναί, θά φύγουμε”. Εἴχαμε μαζί μας χρήματα γιά τό τραῖνο καί γιά τόν ὕπνο τό πρῶτο βράδυ κάτι πολύ λίγο, ἕνα ρούπι (κάτι σάν ἑκατό δραχμές). Τήν ἄλλη μέρα θά περιμέναμε πιά τί θά γίνη.  Εἶχα μιά τέτοια βεβαιότητα! Σάν νά πήγαινα σέ γνωστό μέρος… Λοιπόν, τό παιδί αὐτό εἶχε μαζί του μερικά φροῦτα καί τά πήραμε μαζί μας.

Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ, ξεκινᾶμε γιά τό βουνό. Κι ἀνεβαίνουμε, κι ἀνεβαίνουμε, κι ἀνεβαίνουμε… Κι ἔγινε μεσημέρι. Κάποια στιγμή καθίσαμε σ᾽ ἕνα λόφο νά ξεκουρασθοῦμε. Μοῦ λέει: “Δέν ἔγινε κανένα θαῦμα ἀκόμη”. Τοῦ λέω: “Πολύ βιάζεσαι. Ἐγώ σοῦ εἶπα ὅτι ἀπόψε, ἄν θέλη ὁ Θεός, θά βροῦμε ποῦ νά μείνουμε”. “Καλά” λέει. Ὁ ἥλιος ὅμως σέ λίγο ἄρχισε νά πέφτη, γιατί ἐκεῖ ἦταν βουνό καί χαμήλωνε γρήγορα. Βλέπαμε κάτω τήν κοιλάδα, καί νά σᾶς πῶ τήν ἀλήθεια, εἶχα ἀρχίσει νά σκέπτωμαι ὅτι κάπως … ἄργησαν νά γίνουν τά θαύματα πού περίμενα, ἀλλά ὅτι ἔχει ὁ Θεός… Γυρίζει καί μοῦ λέει: “Καί τώρα, τί λές ἐσύ;”. “Λέω ὅτι ἀπόψε θά κοιμηθοῦμε ἐκεῖ πού θέλει ὁ Θεός”. Καί δέν περνᾶ λίγη ὥρα, καί κοντά στό δειλινό πιά, τήν ὥρα πού θά ἔφευγε ὁ ἥλιος, βλέπουμε κάτω ἀπό τό λόφο νά ἀνεβαίνη σιγά-σιγά πρῶτα ἕνα τροπικό καπέλλο, ὕστερα ἕνα πρόσωπο, ὕστερα δύο φιγοῦρες Ἰνδές. Σέ λίγο διακρίναμε ὅτι τό πρόσωπο μέ τό τροπικό καπέλλο ἦταν γυναικεῖο, μέ γυαλιά, ἡλικιωμένο καί Εὐρωπαϊκό. Οἱ δύο Ἰνδές ἦταν νέες κοπέλλες. Ἀνεβαίνουν, ἀνεβαίνουν τά πρόσωπα καί φθάνουν κοντά μας.

“Καλησπέρα σας”. “Καλησπέρα”. “Ἀπό ποῦ ἔρχεσθε”; “Ἐρχόμασθε ἀπό κάτω”. “Καί ποῦ πᾶτε”; “Σέ φίλους”. Αὐτός μέ ἀγριοκοίταξε. Σοῦ λέει, γιατί λέει ψέμματα αὐτή; “Κι ἀπό ποῦ εἴσασθε”; “Εἶμαι ἀπό τήν Ἑλλάδα καί ὁ νέος ἀπό τήν Αὐστραλία”. Λέει: “Κι ἐγώ ἀπό τήν Ὁλλανδία. Εἶμαι μεγαλωμένη στήν Ἀμερική κι αὐτές οἱ δύο Ἰνδές πού βλέπετε, εἶναι δύο ἀπό τίς ἕξι κόρες πού ἔχω υἱοθετημένες ἐδῶ καί τίς σπούδασα Νοσοκόμες. Ἐσεῖς τί δουλειά κάνετε;”. Λέω: “Διδάσκω Φυσιοθεραπεία καί τώρα μόλις τελείωσα ἀπό κάποιο Νοσοκομεῖο”. “Ἄχ! Ὁ Θεός σέ ἔστειλε. Μήπως εἶσαι ἐλεύθερη νά ἔρθης ἀπόψε στό σπίτι μας; Τά δύο αὐτά κορίτσια μου ἔχουν ἄδεια γιά ἕνα μῆνα, κι ἄν ἤθελες νά τούς μάθαινες λιγάκι”… Λέω “Εὐχαρίστως… Ἀλλά ἔχω κι αὐτόν τό νέο μαζί μου καί πηγαίναμε…”. “Ἔχω υἱοθετημένο καί ἕνα ἀγόρι. Θά μοιρασθοῦν τό δωμάτιό του, καί ἀπόψε θά εἴμασθε μιά οἰκογένεια”. “Εὐχαριστῶ κι ἐσᾶς καί τό Θεό πού μᾶς ἔφερε κοντά”. Ὁ νέος ἀπό τήν Αὐστραλία, πραγματικά δηλαδή, εἶχε τελείως ἀποσβολωθῆ… Ὁ Θεός εἶχε κάνει τό θαῦμα του κι ἐγώ πετοῦσα! Εἶχα ἕναν ἐνθουσιασμό τότε πού δέν λέγεται. Ἡ Ἰνδία ἦταν ἡ μεγάλη περιπέτειά μου μέ τήν Πίστι τοῦ Θεοῦ. Γιατί εἶχα πάει χωρίς νά ξέρω τίποτε. Σέ ξένη χώρα καί σέ ξένη γλῶσσα. Τέλος πάντων, φθάσαμε στό σπιτάκι τους στό βουνό. Ἕνα ὡραῖο σπίτι, πάνω σ᾽ ἕνα λόφο. Ἐκείνη μοῦ διηγήθηκε πῶς εἶχε φύγει νέα, πῶς ἔζησε τόσα χρόνια ἐκεῖ, πῶς οἱ φίλοι μόνο τή συντηροῦσαν, γιατί δέν ἀνῆκε σέ καμμία ὀργάνωσι, κι ὅλα αὐτά, καί πῶς ὁ Θεός τήν ἔχει εὐλογήσει. Ἐκεῖνο τό βράδυ, τό παιδί ἀπό τήν Αὐστραλία εἶχε τόσο πολύ συγκινηθῆ, πού μέ δάκρυα στά μάτια, μοῦ λέει: “Ἀδελφή μου Λίλα, κάτσε στό πιάνο νά παίξουμε τώρα ὅλα τά Χριστουγεννιάτικα τραγούδια! Ὁ Χριστός μόλις γεννήθηκε μέσα μου”! Καί κάθομαι στό πιάνο κι ἀρχίζουμε νά τραγουδᾶμε, κατακαλόκαιρα, ὅλα τά Χριστουγεννιάτικα τραγούδια! Κι ἀρχίζουν νά τραγουδοῦν καί τά κορίτσια μαζί μέ τή μητέρα καί τό γιό καί ὅλοι… Κι αὐτό τό παιδί, ὁ Ἄλαν, ἦταν κυριολεκτικά μέσα στήν εὐδαιμονία τοῦ Θεοῦ!

Ἀλλά βλέπετε, ὁ Θεός κάνει τά θαύματά του ἐκεῖ πού πρέπει νά τά κάνη. Γιατί αὐτό τό παιδί ἦταν τόσο παραστρατημένο σέ ἄλλες κατευθύνσεις. Κι ἐπειδή ὁ Θεός τόν ἤθελε, μᾶς ἔκανε ὅλα αὐτά. Κι ἐγώ εἶχα μιά τέτοια βεβαιότητα ὅτι δέν μπορεῖ νά χαθῆ ἔτσι, στά 26 του, μ᾽ ὅλα αὐτά τά γυμνάσματα πού φέρνουν ἀλλοιθωρισμούς καί ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα, ὅταν δέν εἶναι… Τέλος πάντων. Μείναμε ἐκεῖ δεκαπέντε μέρες. Ἔδειξα στά κορίτσια αὐτά τά ὁποῖα ἤθελαν, κι ὕστερα αὐτός πῆγε πίσω στήν Αὐστραλία. Αὐτή ἡ κυρία, ἡ Ἱεραπόστολος, ἔκτοτε μέ προσκαλοῦσε κάθε καλοκαίρι καί πέρναγα ἕνα διάστημα κοντά της. Δέν ξέχασαν ποτέ αὐτή τήν ἱστορία, εἰδικά ὅταν τούς διηγήθηκα τί ἔγινε μ᾽ αὐτό τό παιδί ἀργότερα…

Γιατί δέν τελείωσε ἡ ἱστορία του. Πέρασε ἄλλος ἕνας χρόνος, κι ἄλλος ἕνας καί ξαναγυρίζει στά γυμνάσματα καί στούς ἄλλους ἐκεῖ. Ἐγώ τότε εἶχα φύγει μακριά, πάνω σ᾽ ἕνα βουνό καί δέν μποροῦσε κανένας νά μέ βρῆ. Ὅπως μοῦ εἶπε ἀργότερα, θυμήθηκε τί τοῦ ἔλεγα καί σκέφτηκε: “Ὅπως ἡ ἀδελφή Λίλα λέει ναί ἅμα τήν προσκαλοῦν, ἔτσι κι ἐγώ αὐτή τή φορά θά πῶ ναί κι ὅπου μέ βγάλει ἡ ἄκρη”! Γιατί δέν ἦταν πάλι εὐχαριστημένος μέσα του, ἐκεῖ. Σηκώνεται λοιπόν καί πάει ἐκεῖ, πού νόμιζε ὅτι θά μέ βρῆ —ἐκεῖ πού εἴχαμε ξανασυναντηθῆ. Ἀλλά τοῦ εἶπαν: “Δέν θά ᾽ρθη ἐδῶ φέτος, εἶναι πάνω στό βουνό”. Κοιτᾶτε τώρα “σύμπτωσι”! Ἔρχεται κάποιος ἐκεῖ πού ἤμουν καί μοῦ λέει: “Ξέρεις, ὁ Ἄλαν ἀπό τήν Αὐστραλία εἶναι στό τάδε μέρος”. “Ἄχ”, σκέφθηκα, “νά τοῦ στείλω ἕνα γράμμα νά ἔρθη ἐδῶ”, χωρίς νά ξέρω τήν καινούργια περιπέτεια πού εἶχε πάθει… Κι ἐκεῖ πού ἐκεῖνος περίμενε νά τοῦ ἔρθη μιά πρόσκλησι ἀπό κάποιον ἄλλο γιά μιά μεγάλη ἀλλαγή στή ζωή του καί δέν ξέρω τί … ἔρχεται τό γράμμα μου. Ἦταν ἡ μόνη πρόσκλησι πού τοῦ ἔγινε! Καί παίρνει δρόμο κι ἔρχεται σ᾽ ἐκεῖνο τό βουνό, ὅπου δέν ὑπάρχουν Εὐρωπαῖοι, παρά μόνο ἐκεῖνος κι ἐγώ. Κι ἔρχεται καί μοῦ λέει: “Ὅλα καλά καί ἅγια ὅσα γίνανε τότε. Ἐγώ ἐν τῷ μεταξύ, ὅμως, εἶδα ἕνα σωρό πράγματα νά μή γίνωνται ἔτσι ὅπως τά λές. Γι᾽ αὐτό ἦρθα πάλι ἀναζητώντας τήν Ἀλήθεια στήν Ἰνδία”. “Μά ἀφοῦ σοῦ εἶπα, παιδί μου, ὅτι ἡ Ἀλήθεια δέν εἶναι μία θεωρία, εἶναι ὁ Χριστός πού εἶπε: Ἐγώ εἶμαι ἡ Ἀλήθεια. Τί ἄλλο θέλεις; Μήπως θέλεις καί ἄλλα θαύματα”; “Μά ἐσύ λές ὅτι ζῆς πάντα μέσα στά θαύματα”. “Ναί, ζῶ στό θαῦμα. Γιατί τό ὅτι εἶσαι ζωντανός καί ξανάρχεσαι, τό ὅτι ἔχουμε τά μάτια μας καί τά πόδια μας, ὅλα αὐτά εἶναι θαῦμα. Βλέπεις ἐδῶ πού δουλεύω μέ τούς λεπρούς; Βλέπεις ἐκεῖ τούς τυφλούς; Τούς βλέπεις ὅλους αὐτούς ἐδῶ τούς ἄρρωστους ἀνθρώπους; Γιατί αὐτοί καί ὄχι ἐμεῖς; Τό ρώτησες ποτέ; Κατά Χάρι τά ἔχουμε ὅλα! Κατά Χάρι! Παρ᾽ ὅλη τήν ἁμαρτία μας! Κατά Χάρι εἴμαστε ὅπως εἴμαστε. Μέ τό Αἷμα τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ! Δέν τό καταλαβαίνεις αὐτό;”… Κι ἐκεῖ πάνω πού μιλούσαμε, ἔρχεται ἕνας γέρος ὅλο κλάματα… “Τρέξτε, στό Νοσοκομεῖο εἶναι βαριά τό παιδί μου. Ἐλᾶτε!”. Καί πηγαίνουμε. Τό χωριουδάκι αὐτό ἦταν πολύ μικρό καί τό Νοσοκομεῖο δέν ἦταν καί πολύ… Μοῦ λέει ὁ γιατρός: “Ἤρθατε νά δῆτε τό παιδί. Ἔπεσε ἀπό μιά σκαλωσιά καί μοῦ φαίνεται ὅτι ἔσπασε ἡ σπονδυλική του στήλη κι ὅτι ὥς τό πρωΐ θά ἔχη πεθάνει”. Βλέπουμε τό παιδί. Ἦταν δεκαοκτώ χρονῶν. Κι ἐγώ τόσο πολύ συγκινήθηκα πού εἶδα αὐτό τό παιδί, πού ἄρχισα νά τοῦ χαϊδεύω τό μέτωπο λιγάκι. Καί λέω στόν πατέρα του: “Ὄχι. Τά θαύματα τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγάλα! Τό παιδί θά ζήση. Μή σέ μέλει”.

“Τότε βοήσῃ καί ὁ Θεός εἰσακούσεταί σου· ἔτι λαλοῦντος σου ἐρεῖ· Ἰδού πάρειμι (: ἐνῶ ἀκόμα θά μιλᾶς, θά σοῦ πῆ· εἶμαι παρών)”(Ἡσ 58, 9).

Ἐκείνη τήν ὥρα, τό παιδί ἄνοιξε λίγο τά μάτια του. Ὁ πατέρας περίμενε ὅτι θά πεθάνη. Ὅταν ὅμως ἄκουσε ὅτι μπορεῖ καί νά ζήση τό παιδί του, γυρίζει καί μοῦ λέει: “Ἔ, ἀφοῦ θά ζήση τό παιδί μου, δός μου λίγα χρήματα νά πάω νά φάω, γιατί πεινῶ”. Τό ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντηρήσεως! Λέω: “Ἐγώ δέν ἔχω χρήματα, θά σοῦ δώση αὐτό τό παιδί”. Καί τό παιδί ἀπό τήν Αὐστραλία τοῦ ἔδωσε. Φύγαμε. Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ μοῦ λέει: “Πᾶμε νά δοῦμε ἄν ζῆ τό παιδί”. Μόλις πήγαμε, βρίσκουμε στήν πόρτα τό γιατρό καί μᾶς λέει: “Θά σᾶς πῶ ἕνα πρᾶγμα, νά ἀπορήσετε. Ἡ Φύσι κάνει κάποτε τέτοια παιχνίδια! Τό παιδί ἔγινε καλά καί σήμερα τό πρωΐ ξεκίνησε μέ τά πόδια μέ τόν πατέρα του γιά τό χωριό τους, πού εἶναι δέκα μίλια μακρυά”! Ἔ!… Ὁ Αὐστραλός αὐτή τή φορά κόντεψε νά πέση κάτω! Ἦταν πραγματικά συγκλονισμένος. Γυρίζει καί μοῦ λέει: “Τώρα, πιστεύω στήν Παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ! Πιστεύω στό Χριστό! Εἶμαι Χριστιανός μέσα στήν ψυχή μου! Φεύγω πίσω στήν Αὐστραλία! Βρῆκα αὐτό πού ζητοῦσα”!

Φεύγει τό παιδί… Τά χρόνια περνοῦν. Φεύγω κι ἐγώ ἀπό τήν Ἰνδία… Πάω στή Βηθανία, γίνομαι Δόκιμη καί μιά μέρα παίρνω ἕνα γράμμα ἀπ᾽ αὐτό τό παιδί πάλι, ὅπου μοῦ λέει: “Ἡ μεγάλη μου ὑπερηφάνεια μ᾽ ἔφερε σέ ἀπόγνωσι. Τρεῖς νέες κόντεψαν νά πνιγοῦν τήν ὥρα πού κολυμποῦσαν, κι ἐπειδή ἤμουν πολύ καλός κολυμβητής, ἔπεσα στό νερό καί τίς ἔσωσα. Ἔπαθα ὅμως τόσο μεγάλη ἔπαρσι, πού τό διατυμπάνισα σ᾽ ὅλο τόν κόσμο καί στό τέλος ἔχασα τό νοῦ μου καί μέ κλεῖσαν σέ Νευρολογική Κλινική. Βγῆκα μετά, εἶμαι λένε καλά, ἀλλά ἐγώ μέσα μου δέν αἰσθάνομαι καλά. Τώρα τί μέ συμβουλεύεις νά κάνω”; Ἐγώ τότε εἶχα γνωρίσει στήν Ἰνδία τόν πατέρα Λάζαρο, τόν Ἄγγλο Ὀρθόδοξο. Τοῦ λέω: “Πήγαινε πάλι στήν Ἰνδία. Αὐτή τή φορά, ὅμως, κατευθείαν στόν πατέρα Λάζαρο σέ παρακαλῶ”. Κάθομαι καί γράφω στόν πατέρα Λάζαρο. Πῆγε τό παιδί…

Ὅταν μοῦ ἔγραψε ὁ πατήρ Λάζαρος μοῦ εἶπε ὅτι ἕνα ὁλόκληρο χρόνο τόν κοίταζε μόνο. Παρακολουθοῦσε κάθε μέρα τή Θεία Λειτουργία καί δέν τοῦ μιλοῦσε καθόλου. Ἦταν ἕνα αἴνιγμα. Κι ἕνα πρωΐ τοῦ λέει: “Πάτερ, τόσα χρόνια γνωρίζω τήν ἀδελφή Λίλα, ἀλλά ἐκείνη δέν μέ ρώτησε ποτέ ἄν εἶμαι βαπτισμένος, οὔτε ἄν εἶμαι Χριστιανός. Θά νόμισε ὅτι, ἐφ᾽ ὅσον εἶμαι γεννημένος στήν Αὐστραλία, θά ἤμουν. Ἀλλά δέν εἶμαι βαπτισμένος. Δέν εἶμαι οὔτε Χριστιανός! Σέ παρακαλῶ, βάπτισέ με”! Ἡ χαρά τοῦ πατρός Λαζάρου ἦταν μεγάλη. Τόν βάπτισε κι ἀπό Ἄλαν τόν ὀνόμασε Ἀδριανό. Πῆρε τήν εὐλογία του κι ἔφυγε καί ἔγινε Ἱεραπόστολος… Αὐτά εἶναι τά μεγάλα καί συγκλονιστικά θαύματα τοῦ Θεοῦ!».

ΠΗΓΗ:

Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ

Τα Ίχνη του Θεο – Από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

εκδ. Ἀγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Αθήνα 2011

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s