ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ – ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ “ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ”

14 - 1

Ἅγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης το Χαμόγελο τοῦ Θεοῦ

Ἀπό

τό βιβλίο του Ἀρχίμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Τό Χαμόγελο τοῦ Θεοῦ

http://paintingleaves.blogspot.gr

PAINTING LEAVES

http://australiastpaisiosofmyheart.wordpress.com

AUSTRALIA & ST PAISIOS OF MY HEART

Ἀναφέρει ὁ Γέροντας Παΐσιος: «Στήν Κατοχή, τό 1941, ἐπειδή οἱ Γερμανοί ἔμπαιναν στά χωριά, ἔβαζαν φωτιές καί σκότωναν, εἴχαμε φύγει ἀπ᾽ τήν Κόνιτσα καί εἴχαμε ἀνεβῆ στό βουνό.  Τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία οἱ Γερμανοί μπῆκαν στήν Κόνιτσα, τά δύο ἀδέλφια μου εἶχαν πάει νωρίς τό πρωΐ κάτω στόν κάμπο, στό χωράφι ὅπου εἴχαμε καλαμπόκια, νά σκαλίσουν. Μόλις ἄκουσα ὅτι ἔφθασαν οἱ Γερμανοί, λέω στή μητέρα μου: “Θά πάω στό χωράφι νά τούς εἰδοποιήσω”. Ἐκείνη δέν μ’ ἄφηνε, γιατί ὅλοι τῆς ἔλεγαν: “Οἱ ἄλλοι ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι χαμένοι. Μήν τό ἀφήνης κι αὐτό νά πάη, γιατί θά χαθῆ κι αὐτό”. Ποῦ νά ἀκούσω ἐγώ! Φοράω τά ἄρβυλα καί τρέχω κάτω στόν κάμπο. Ἀπό τήν βία μου, ὅμως, δέν τά ἔδεσα καλά καί, καθώς περνοῦσα μέσα ἀπό ἕνα ποτισμένο χωράφι, κόλλησαν τά ἄρβυλα στή λάσπη. Τά ἀφήνω καί τρέχω ξυπόλητος μέσα ἀπό τήν ποταμία πού ἦταν γεμάτη τριβόλια. Περίπου μία ὥρα, καλοκαίρι μέσα στήν ζέστη, ἔτρεχα ξυπόλητος πάνω στά τριβόλια, ἀλλά οὔτε κἄν καταλάβαινα πόνο. Φθάνω στό χωράφι μας, πάω κοντά στά ἀδέλφια μου ἐκεῖ πού σκάλιζαν. “Ἦλθαν οἱ Γερμανοί”, τούς λέω, “πᾶμε νά κρυφθοῦμε”. Ὁπότε βλέπουμε τούς Γερμανούς νά ἔρχωνται μέ τά ὅπλα. “Συνεχίστε”, τούς λέω, “νά σκαλίζετε μέ τίς τσάπες κι ἐγώ θά κάνω πώς ἀραιώνω τά καλαμπόκια καί ξεβοτανίζω”. Πέρασαν, λοιπόν, οἱ Γερμανοί καί δέν μᾶς πείραξαν· δέν μᾶς εἶπαν τίποτε. Ὕστερα εἶδα ὅτι τά πόδια μου ἀπό τά τριβόλια εἶχαν γίνει ὅλο πληγές· μέχρι τότε δέν εἶχα καταλάβει τίποτε. Ἐκεῖνο τό τρέξιμο εἶχε χαρά! Εἶχε τήν χαρά τῆς θυσίας. Νά ἄφηνα τά ἀδέλφια μου; Ἄν δέν ἔτρεχα καί πάθαιναν κάτι, μετά θά ἦταν γιά μένα βάσανο. Καί ἀσυνείδητος νά ἤμουν, θά εἶχα μετά τό βάσανο τοῦ βολέματος»(Π, 46).

Ἀκόμα: «Ἐγώ τώρα ξέρετε πῶς νοιώθω; Νοιώθω τέτοια μητρική ἀγάπη, τέτοια στοργή καί τρυφερότητα, τίς ὁποῖες δέν εἶχα πρῶτα* [ὑπ.: Ὁ Γέροντας τό 1981 εἶχε πεῖ: “Εἶναι δυνατόν στόν ἄνθρωπο νά ἔχη μέσα του πάντα τήν φλόγα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Ἐγώ εἶχα συνέχεια αὐτήν τήν οὐράνια γλυκύτητα. Καιγόμουν ὁλόκληρος καί τά κόκκαλα γίνονταν σάν ἀναμμένες λαμπάδες. Ὅταν ἔπρεπε νά κάνω κάτι ἤ νά πάω κάπου, βίαζα τόν ἑαυτό μου νά βγῶ ἀπ’ αὐτή τήν κατάστασι. Πολλές φορές ἀπ᾽ τή γλυκύτητα αὐτή τήν οὐράνια, ἔπεφτα κάτω. Τώρα μετατράπηκε αὐτό σέ πόνο γιά τόν κόσμο. Πονάω γιά τόν κόσμο καί μέρα μέ τήν μέρα μεγαλώνει αὐτός ὁ πόνος. Λειώνω κυριολεκτικά”.]. Χωράει μέσα μου ὅλος ὁ κόσμος. Θέλω νά ἀγκαλιάσω ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιά νά τούς βοηθήσω. Γιατί ἡ ἀγάπη δέν μπορεῖ νά μείνη κλεισμένη στήν καρδιά. Ὅπως τό γάλα μιᾶς μητέρας πού τό παιδάκι της πέθανε, τρέχει καί χύνεται, ἔτσι καί ἡ ἀγάπη θέλει νά δοθῆ»(Π, 216).

Ἐπίσης: «Στή δυσκολία δίνει ἐξετάσεις ὁ ἄνθρωπος. Θυμᾶμαι, μιά φορά στό Κοινόβιο* [ὑπ.: Ὁ Γέροντας μόνασε στήν Ἱερά Μονή Ἐσφιγμένου ἀπό τό 1953 μέχρι τό 1955.] μοῦ εἶχαν πεῖ νά μείνω στό κελλί καί νά εἶμαι σέ τέλεια ἀκινησία, γιατί ἔβγαζα συνέχεια αἷμα. Κάποια στιγμή βλέπω ἀπό τό παράθυρο ἕνα γεροντάκι, τόν πορτάρη, νά παιδεύεται νά σχίση μέ τό τσεκούρι ἕνα κούτσουρο, γιά νά τό βάλη στό τζάκι. Αὐτό τό γεροντάκι εἶχε πρόβλημα μέ τά ἔντερα καί εἶχε, τό καημένο, συνέχεια αἱμορραγίες· εἶχε τελείως ἐξαντληθῆ. Νά σκεφθῆτε κοιμόταν με τά παπούτσια, γιατί δέν εἶχε κουράγιο νά τά λύνη καί νά τά δένη. Πετάγομαι, πιάνω τό τσεκούρι, κτυπῶ μιά-δυό τό κούτσουρο, τό σχίζω, καί νά, μετά βγῆκε τό αἷμα ἀπό τό στόμα μου. Κατάλαβες; Οὔτε κἄν σκέφθηκα τήν κατάστασί μου· δέν ὑπολόγισα καθόλου τόν ἑαυτό μου»(Π, 250).

«Διηγήθηκε ὁ Γέροντας Παΐσιος: “Μιά φορά (στήν “Παναγούδα”) ἦλθε ἕνας νέος ἄρρωστος, πού εἶχε ψυχολογικά προβλήματα καί πίστευε ὅτι ἦταν τρελλός. Μιλοῦσε, μιλοῦσε, καί ὅταν τοῦ ἀπαντοῦσα, δέν ἄκουγε, ἀλλά σκεφτόταν τί ἄλλο θά πῆ. Εἶχε μεγάλη ψυχική ἀκαταστασία καί δαιμονική ἐνέργεια. Βλέπεις, ὅταν ἡ Χάρι τοῦ Θεοῦ ἐγκαταλείψη τόν ἄνθρωπο, τότε ἐπεμβαίνουν οἱ δαίμονες. Ὁ νέος αὐτός μαύριζε. Εἶχε φθάσει σέ μεγάλη ἀπελπισία.

Ὅταν πέρασε ἡ ὥρα, προσπαθοῦσα νά μήν κουνηθῶ οὔτε ἀπ᾽ ἐδῶ οὔτε ἀπό κεῖ, γιά νά μήν τοῦ δώσω τήν ἐντύπωσι ὅτι βαρέθηκα. Ἐπί ἐννιάμισυ ὧρες καθόμουν καί τόν ἄκουγα. ῎Ημουν ἀπό ἀγρυπνία, εἶχα προβλήματα μέ τά ἔντερά μου, καί καθόμουν σέ μιά πλάκα καί κρύωνα. Ἀφοῦ τόν δέχθηκα, ἔπρεπε νά τελειώσω. Ἄν π.χ. τόν κρατοῦσα ὀκτώμισυ ὧρες καί μετά τόν ἔδιωχνα, ἄδικος καί ὁ κόπος τῶν ὀκτώμισυ ὡρῶν.

Τήν ἄλλη μέρα ἦλθε ὁ ἀδελφός του νά μ᾽ εὐχαριστήση. ῾Τί μ᾽ εὐχαριστεῖς; Τί ἔκανα;᾽. Αὐτός ὑπέφερε ὀκτώ χρόνια καί ἐγώ πού τόν ἄκουσα ἐννιάμισυ ὧρες ἔκανα τίποτε; Ὁ ἄνθρωπος τακτοποιήθηκε, τώρα εἶναι καθηγητής καί οἰκογενειάρχης πιστός, ἔρχεται καί μέ βλέπει”»(ΙΙ, 582· βλ. καί: Μ, 84· καί: Ομ, τεῦχ. 73, 77).

«Πᾶνε στόν π. Παΐσιο ἕνα παιδί πού ἦταν δαιμονισμένο. Τό πῆρε κοντά του. Τοῦ μιλοῦσε, τοῦ μιλοῦσε, τοῦ ἐλάφρυνε τόν πόνο του. Ὁ μοναχός πού συνόδευε, λυπούμενος τόν π. Παΐσιο πού ἦταν μετά ἀπό ὁλονύκτιο ἀγρυπνία κουρασμένος, τοῦ λέει:

—Γέροντα δέν λυπᾶσαι τόν ἑαυτό σου; Κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, κάθεσαι καί μιλᾶς τώρα στό παιδί αὐτό;

Τοῦ ἀπαντᾶ:

—Ἀδελφέ μου, ἐγώ κουράσθηκα 6, 7, 8 ὧρες στήν ἀγρυπνία. Αὐτό ἔχει 20 χρόνια πού τυραννιέται ἀπ’ τό δαιμόνιο. Ἐγώ δέν πρέπει νά τοῦ ἀφιερώσω, νά τοῦ ἀπαλύνω τόν πόνο του 2 ὧρες; Τί εἶναι ἡ δική μου προσφορά μπροστά στήν ὑπομονή τήν ὁποία κάνει αὐτό τό παιδί 20 χρόνια; Τί τυραννία, τί βάρος σηκώνει! Τό δικό μου βάρος δέν εἶναι τίποτε.

Τί διάκρισι! Τί ἀγάπη! Θυσίασε τήν κούρασι τήν ὁποία εἶχε, γιά νά ξεκουράση τό παιδί ἐκεῖνο, πού ἐπί 20 χρόνια βασανιζόταν ἀπ’ τό δαιμόνιο»(Ογ, τεῦχ. 32, 114).

Ἀναφέρει ἀκόμα: «Ὅταν ἤμουν στή Μονή Φιλοθέου, ἡ ὁποία τότε ἦταν ἰδιόρρυθμη, μιά νύκτα, ἐνῶ ἀγρυπνοῦσα στό κελλί, ἀντιλήφθηκα πώς κάποιος ἦλθε ἔξω ἀπ’ τό Μοναστήρι καί εἶχε ἀνάγκη. Ἦταν ἕνας ταλαίπωρος ἄνθρωπος πού εἶχε δαιμόνιο. Ἡ πόρτα τῆς Μονῆς ἔκλεινε μέ τή δύσι τοῦ ἡλίου καί ἄνοιγε τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ. “Τί νά κάνω τώρα;”, εἶπα. “Νά μποροῦσα νά τοῦ δώσω κάτι νά φάη. Πῶς νά περιμένη νηστικός μέχρι τό πρωΐ;”. Τότε μοῦ ἦλθε μία σκέψι. Πῆγα, πῆρα μερικά τρόφιμα* [ὑπ.: Ὁ Γέροντας στήν Ἱ. Μονή Φιλοθέου γιά ἕνα διάστημα ἦταν δοχειάρης, δηλαδή ὑπεύθυνος γιά τήν παραλαβή, ἀποθήκευσι καί διανομή τροφίμων], τά ἔβαλα μέσα σ’ ἕνα καλαθάκι, τό ἔδεσα μέ ἕνα σκοινί καί τό κατέβασα ἀπ’ τό παράθυρό μου πού ἔβλεπε ἔξω ἀπ’ τή Μονή. Ἦταν τέτοια ἡ κατάστασί του [sic], πού δέν μποροῦσα μετά νά ἡσυχάσω. Ὅλη τή νύκτα προσευχόμουν μέ πόνο. “Θεέ μου, ἔλεγα, ἐγώ αὐτό μποροῦσα νά κάνω· δέν εἶμαι ἄξιος νά Σέ παρακαλέσω νά βοηθήσης τό πλάσμα Σου. Ἀλλά δέν εἶναι κρίμα νά ταλαιπωρῆται ἐξαιτίας μου;”. Τό πρωΐ πού ἄνοιξε τό Μοναστήρι καί μπῆκε ὁ ἄνθρωπος μέσα, εἶχε γίνει καλά. Προσκύνησε στό Ναό καί δόξαζε τό Θεό. Ὁ Καλός Θεός τόν λυπήθηκε καί τόν ἀπάλλαξε ἀπ’ τό δαιμόνιο»(Γ, 131).

«Διηγήθηκε ὁ Γέροντας Παΐσιος: Βρισκόμουν σέ κάποιο Μοναστήρι (Σταυρονικήτα). Ἧταν ἑσπέρα. Φεύγοντας, βρίσκω ἔξω ἀπ᾽ τήν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ ἕνα λαϊκό, πού ἤθελε νά μοῦ μιλήση. Προχωρώντας ἄρχισε νά μοῦ λέη τά προβλήματά του. Ἡ ὥρα περνοῦσε καί ἤμουν ἄρρωστος. Ἦταν τέτοια ἡ ἀρρώστια, πού οὔτε μποροῦσα νά καθήσω νά ξεκουρασθῶ, οὔτε νά στέκωμαι ὄρθιος. Ἐνῶ, λοιπόν, μοῦ μιλοῦσε, πέρασε ἡ ὥρα καί νύκτωσε. Σκέφθηκα σέ μιά στιγμή τήν ἀρρώστιά μου καί θέλησα νά διακόψω τή συζήτησι, ἀλλά εἶπα: Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόσα προβλήματα, ἐγώ τόν ἑαυτό μου θά κοιτάζω; Καί ἔτσι συνέχισε νά μοῦ μιλᾶ, μέχρι πού νύκτωσε τελείως. Ὁ λαϊκός εἶχε νά κοιμηθῆ κάπου, σέ γνωστό μου Κελλί. Ἡ πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ εἶχε κλείσει.

Ἀφοῦ τελειώσαμε, πῆρα τό δρόμο γιά νά πάω στό Καλύβι. Μπῆκα στό μονοπάτι καί θά περνοῦσα ἀπό ἕνα σημεῖο πού εἶναι στενό καί ἀπότομο. Ὅταν ἔφθασα στό σημεῖο αὐτό, ἐπειδή δέν ἔβλεπα, δέν εἶχα καί φακό μαζί μου, πέφτω μέσα στά κλαδιά καί στά βάτα καί πιάσθηκα ἀπ᾽ τά κλαδιά. Δέν ἔβλεπα καθόλου καί μοῦ ἦλθε τό σακκίδιο στό κεφάλι μου. Στή θέσι στήν ὁποία βρισκόμουν σκέφθηκα: Τί νά κάνω; Ἄς κάνω τό Ἀπόδειπνο. Ἀρχίζω “Ἅγιος ὁ Θεός…” κλπ.. Σέ μιά στιγμή ἀνάβει ἕνα φῶς δυνατό· τό κεφάλι μου ἔγινε σάν λάμπα! Γύρω μου ἔγινε μέρα! Ὁπότε εἶδα ποῦ βρισκόμουν καί σκαρφάλωσα καί βγῆκα. Τό φῶς συνέχιζε νά φωτίζη γύρω μου. Ἡ καρδιά μου ἦταν γεμάτη ἀπό οὐράνια ἀγαλλίασι. Ἔφθασα στό Καλύβι, πῆρα τό κλειδί ἀπό τή θέσι ὅπου τό εἶχα, ἄνοιξα, μπῆκα στήν Ἐκκλησία, ἄναψα τά καντήλια καί τότε τό φῶς ὑποχώρησε»(ΙΙ, 211· Βλ. καί: Π, 56).

Ἀναφέρει ἀκόμα: «Μία ἡμέρα σκεπτόμουν νά βρῶ κάτι, γιά νά παρομοιάσω τόν ἑαυτό μου, καί κατέληξα, τελικά, στό σκαθάρι. Μετά ἀπό μιά καλή ἐξέτασι, εἶδα νά τό ἀδικῶ καί αὐτό τό καημένο, διότι καί αὐτό ἐκτελεῖ τόν προορισμό του, στό νά κόβη κομματάκια-κομματάκια τήν κοπριά, νά τήν κάνη μπαλάκια καί νά τήν ἀφανίζη. Ἐνῶ ἐγώ, λογικός ἄνθρωπος, πλάσμα τοῦ Θεοῦ κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν, συγκεντρώνω κοπριά στό Ναό τοῦ Θεοῦ διά τῆς ἁμαρτίας. Καί τό κακό εἶναι, πού ὄχι σκαθάρι δέν δέχομαι νά μέ πῆ κανείς, ἀλλά οὔτε καί γαϊδουράκι, πού εἶναι τουλάχιστον σέ ὅλους γνωστές οἱ πολλές καί κοπιαστικές του ὑπηρεσίες, τίς ὁποῖες προσφέρει στόν ἄνθρωπο μέ μεγάλη ὑπομονή καί στό τέλος ἀφανίζεται. Ἐνῶ ἐγώ, ὁ Ἀχάριστος ἄνθρωπος, ὄχι μόνο δέν εὐχαριστῶ τόν Καλό Θεό πού δέν μέ ἔκανε οὔτε γαϊδουράκι, οὔτε φίδι, οὔτε σκορπιό, οὔτε σκαθάρι (ἐνῶ μποροῦσε), ἀλλά μέ ἔκανε ἄνθρωπο, εἰκόνα Του, παιδί Του, βασιλόπαιδο οὐρανίου Βασιλέως, [ἀλλά] καί ἐγώ Τόν ἐγκατέλειψα καί πῆγα στόν τσιγγάνο καί γύφτο διάβολο ὡς δοῦλος· καί γιά μισθό πῦρ αἰώνιο καί γενικά ὅλα τά χρόνια τῆς δουλείας βασανισμένα»(Ζ, 110).

Ἐπίσης: «Ὁ καημένος ὁ κόσμος πολύ διψάει καί αὐτό τό διεπίστωσα στόν ἑαυτό μου. Παρόλο πού εἶμαι ἕνα κολοκύθι, ὁ κόσμος, ὁ πολύ διψασμένος, μέ ἁρπάζει μέ λαχτάρα νά δροσισθῆ· θαρρεῖ ὅτι εἶμαι καρπούζι»(Ζ, 274).

Ἐπιπλέον: «Νά εὐχώμασθε γιά ὅλους “καλό Παράδεισο”. Ὁ Χριστός θυσιάσθηκε, γιά νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καί αὐτοί πού εἶναι κοντά Του καί αὐτοί πού εἶναι μακρυά Του. Νά παρακαλοῦμε, λοιπόν, νά γνωρίσουν ὅλοι τό Θεό, γιά νά Τόν ἀγαπήσουν, νά Τόν εὐαρεστήσουν καί νά σωθοῦν· νά πᾶνε στόν Παράδεισο. Κάποιος* [ὑπ.: Πρόκειται γιά τόν ἴδιο τό Γέροντα Παΐσιο.] ἔλεγε: “Θεέ μου, ἐγώ ἔζησα τόν Παράδεισο ἀπό ’δῶ ἀπ’ τή γῆ. Πήγαινέ με ἐμένα στήν κόλασι καί τόν ἀδελφό μου βάλ’ τον στόν Παράδεισο”. Ἀλλά καί στήν κόλασι ἄν πάη ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ἀπ’ τήν μεγάλη του ἀγάπη, ἡ ὁποία θά μεταφερθῆ καί στήν κόλασι, νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τό μικρό κομματάκι τῆς κολάσεως θά μεταβληθῆ σέ Παράδεισο, διότι, ὅταν ὑπάρχη ἀγάπη, ἐκεῖ εἶναι ὁ Χριστός, καί ὅπου εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖ Παράδεισος»(Γ, 134).

Καί ἡ ἀποκορύφωσι: «Δέν ἔχω ἀνταποκριθῆ στό Θεό. Θά ᾽ταν ἀδικία νά πάω στόν Παράδεισο!»(ΖΝ, 301).

{Οἱ βιβλιογραφίες βρίσκονται μέσα στο βιβλίο}

ΠΗΓΗ:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Τό Χαμόγελο τοῦ Θεοῦ

Β΄ Ἔκδοσι

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2014

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s